Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Ό,τι πιο πολύ δικό μας

Κακά τα ψέματα δεν νοιάζονται όλοι για όλους. Ακόμη και αυτοί που θέλουν να ονομάζονται φίλοι μας, κάποτε θα μας τη «φέρουν». Αν το παρατηρήσεις, οι περισσότεροι θα λυπηθούν με τη λύπη σου - ή έστω θα σε λυπηθούν -, το μυστικό κρύβεται αλλού: ποιος θα χαρεί πραγματικά με τη χαρά σου, ποιος δεν θα σου κόψει τα φτερά από τη ζήλια του;  

 

Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, ίσως και λιγότεροι, είναι οι άνθρωποι που μας νιώθουν κυριολεκτικά. Είναι εκείνοι που οτιδήποτε και να συμβεί θα είναι δίπλα μας. Αυτό το κείμενο, λοιπόν, είναι αφιερωμένο σε εσάς καθυστερημένες φίλες μου, γιατί σας αξίζει ένα ευχαριστώ που με αντέχετε και δεν με έχετε κλείσει ακόμα στο ψυχιατρείο. 
 

Έχουν, κατά ένα περίεργο τρόπο, την ικανότητα να μας κάνουν να ξεχνάμε τα προβλήματά μας είτε είναι σημαντικά είτε είναι ασήμαντα. Ό,τι μας στεναχωρεί, γίνεται αυτομάτως και δική τους στεναχώρια και προσπαθούν με τα χίλια ζόρια να μας φτιάξουν τη διάθεση. Κάθονται ώρες ατελείωτες να ακούν τους προβληματισμούς μας, ακόμα κι αν είναι απασχολημένοι. Αυτό που αγαπώ πιο πολύ σε εκείνες, είναι το γεγονός ότι πάντα βρίσκουν χρόνο για μένα. Όλοι έχουμε υποχρεώσεις, είτε αυτές ονομάζονται δουλειά, είτε ονομάζονται σχολή, φροντιστήριο, σχολείο, είτε γυμναστήριο, είτε ακόμα και όλα μαζί. Ο άνθρωπος, όμως, που νοιάζεται πραγματικά για εμάς, θα βρει πέντε λεπτά να μας πάρει ένα τηλέφωνο ή να στείλει ένα μήνυμα βρε αδερφέ να μάθει τα νέα μας, πως είμαστε. Αυτά τα «χαθήκαμε», «δεν είχα χρόνο», τα βρίσκω δικαιολογίες. 
 
Ακόμη, έχουν και τον ρόλο της δεύτερης μαμάς μας: όταν κάνουμε λάθη μας τα «ψέλνουν», ενώ ταυτόχρονα γίνονται ώμος για να κλάψουμε. Όποιος μας στεναχωρεί μπαίνει αυτόματα στη black list τους και ακόμα κι αν τον συγχωρέσουμε εμείς, αυτές δεν θα το κάνουν ποτέ. Μας συμβουλεύουν πάντα βάζοντας τον εαυτό τους στη θέση μας, αλλά στο τέλος μας αφήνουν να κάνουμε του κεφαλιού μας. Τους χρωστάμε ένα τεράστιο ευχαριστώ για τις φορές που μας γύρισαν σπίτι ξημερώματα ύστερα από χανγκόβερ, όσο κι αν ήθελαν να μας αφήσουν στο έλεος του Θεού αφού τους βγάλαμε την πίστη. Βέβαια, είναι οι ίδιοι άνθρωποι που πριν λίγες ώρες κοπανιόμασταν στο ίδιο μαγαζί την ώρα που έπαιζε το αγαπημένο μας τραγούδι «σπάω τα ρολόγια» ( δεν γινόμαστε ποτέ ρεζίλι ωστόσο ). Γι' αυτό, λοιπόν, τις αγαπώ γιατί με καταλαβαίνουν πριν καν πω λέξη, γιατί δεν χρειάζεται ούτε να ντρέπομαι ούτε να προσέχω τι θα πω, γιατί πολύ απλά είμαι το βάσανο τους κι αυτές ό,τι πιο πολύ δικό μου.